καταβλητικός

καταβλητικός
η , όν изнурительный, тяжёлый

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "καταβλητικός" в других словарях:

  • καταβλητικός — ή, ό (Α καταβλητικός, ή, όν) [καταβάλλω] νεοελλ. αυτός που καταβάλλει, που καταπονεί αρχ. 1. ο ικανός ή ο κατάλληλος στο να καταρρίπτει κάποιον 2. αυτός που τού αρέσει να ανασκευάζει, να αντικρούει τους άλλους 3. μτφ. υβριστικός, δύστροπος …   Dictionary of Greek

  • καταβλητικά — καταβλητικός fit for throwing off horseback neut nom/voc/acc pl καταβλητικά̱ , καταβλητικός fit for throwing off horseback fem nom/voc/acc dual καταβλητικά̱ , καταβλητικός fit for throwing off horseback fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβλητικόν — καταβλητικός fit for throwing off horseback masc acc sg καταβλητικός fit for throwing off horseback neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβλητικοί — καταβλητικός fit for throwing off horseback masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβλητική — καταβλητικός fit for throwing off horseback fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβλητικήν — καταβλητικός fit for throwing off horseback fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καββαλικός — καββαλικός, ή, όν (Α) (λακων. τ.) 1. καταβλητικός* 2. (για παλαιστή) ικανός, άξιος να καταβάλει τον αντίπαλό του 3. (το συγκρ.) μτφ. καββαλικώτερος προθυμότερος να υποσκελίσει τον πλησίον του 4. το θηλ. ως ουσ. ἡ καββαλικὴ (ενν. τέχνη) η τέχνη… …   Dictionary of Greek

  • καταβλητικάς — καταβλητικά̱ς , καταβλητικός fit for throwing off horseback fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»